Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα β1. Λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα β1. Λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος


Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος ἀνήκουν στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ κατάγονταν ὁ μὲν Ἰάσων ἀπὸ τὴν Ταρσὸ ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, κατὰ τὸ παλαιὸ χειρόγραφο, ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ δὲ Σωσίπατρος ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα.

Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσων ἀπαντᾶ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ τοὺς Φιλίππους, ἦλθε στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. Ἡ διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του, παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. Ἐπειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ. Δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι’ αὐτὸ ἔσυραν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλαδὴ στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν Ἰάσονα μὲ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς Ἐπιστολῆς.

Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένα στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα σημαίνει ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ἰάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος. Ἐν τούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν Ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁμιλεῖ καὶ ὁ Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεότεροι ἑρμηνευτές· δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ Ἰάσονος τῶν Πράξεων καὶ τῆς Ἐπιστολῆς.

Ὁ Ἰάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖον τῆς Ἐκκλησίας φέρει τὸν Ἰάσονα Ταρσέα ὡς πρὸς τὴν καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν». Ἴσως ἡ ἄποψη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴν φράση τοῦ Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», ἔργο κατὰ πᾶσα πιθανότητα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων» ἀναφέρουν ὅτι ὁ Ἰάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει τὸ κείμενο τῶν «Πράξεων τῶν Ἁγίων», «ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Ἀλλὰ τὸ «οἰκείαν πατρίδα» δὲν ἀναφέρεται στὸν Ἰάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν Ἰάσονα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Ἰάσων καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, βρισκόμενος στὴν Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ Ἰάσων ζοῦσε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Ἡ γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας Ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Ἰάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲν γνώριζε τὸν Ἰάσονα καὶ ὅτι ὁ Ἰάσων γνώρισε τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του, ἐπισκεπτόταν καταρχὴν τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς Ἐθνικούς. Ἔτσι καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν Ἰουδαῖος. Τὸ ὄνομα Ἰάσων ἦταν συνηθισμένο στοὺς Ἕλληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ Ἑλληνιστὲς Ἰουδαῖοι. Ἡ πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου, ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἔχει ἀποκρουσθεῖ.
Ἡ δράση τοῦ Ἰάσονος, ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴν μεταστροφή του στὸν Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸν δάσκαλο καὶ στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συνάξεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἰάσονος στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. Ἂν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρος ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ πολιτάρχες, ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ θέση τοῦ Ἰάσονος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.

Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ Ἰάσων. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: «Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς».

Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα γιὰ τὴν Βέροια. «Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν». Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ Ἰάσων, ὁ ὁποῖος ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη διοργανώνοντας τὴν πρώτη Ἐκκλησία.

Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι Τιμόθεος καὶ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ Ἰάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο. Καὶ ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.

Μία παράδοση φέρει τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Ἀπόστολο Σωσίπατρο Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Ἄλλη πάλι παράδοση, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές, θέλει τὸν Ἰάσονα Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Τόσο ὁ Ἰάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.

Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθησαν καὶ ρίχθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴν φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο Ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος μὴν μπορώντας νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔριξε στὴν φυλακή.

Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχο οἱ δύο Ἀπόστολοι, συγκίνησαν τὴν θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμό. Οἱ δύο Ἀπόστολοι ρίχθηκαν σὲ ἕνα σιδερένιο καζάνι, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ρητίνη. Ὁ Ἰάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῷ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. Ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο Ἀποστόλων, ὁ ἡγεμόνας μετανόησε, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάσθηκε Σεβαστιανός.

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων», ἔζησε μέχρι τὰ βαθειὰ γεράματα, διακονώντας τὴν Ἐκκλησία τῆς Κέρκυρας καὶ χτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραίοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο Ἀποστόλων, τοὺς εὐλαβοῦνται καὶ πρὸς τιμὴν τους ὑπάρχει περικαλλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη. 
Οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
 Δυὰς ἡ ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, 
Ἰάσων ὁ ἔνδοξος, Σωσίπατρος ὁ κλεινός, 
συμφώνως τιμάσθωσαν· 
οὗτοι γὰρ δεδεγμένοι, τὸν τῆς χάριτος λόγον, 
ηὔγασαν ἐν Κερκύρᾳ, εὐσεβείας τὸ φέγγος, 
πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
 Τοῖς δόγμασι τοῦ Παύλου καταυγασθέντες, 
γεγόνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι· 
καταυγάζετε γὰρ ἀεὶ κόσμον θαύμασιν, 
Ἰάσων, ἡ πηγὴ τῶν ἰαμάτων, 
Σωσίπατρε, Χριστοῦ Μαρτύρων κλέος, 
Ἀπόστολοι θεοφόροι, προστάται τῶν ἐν ἀνάγκαις, 
καθικετεύσατε Θεῷ, τοῦ σωθήναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
 Χαίροις Ἀποστόλων ἡ ξυνωρίς, 
τῆς σεπτῆς Τριάδος, δημηγόροι καὶ ὑπουργοί, 
σὺν τῷ Σωσιπάτρῳ, Ἰάσων θεοφόρε· 
ὑμεῖς γὰρ ἀληθείας, ὤφθητε στόματα.

Πηγή: synaxarion.gr

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Συμεών, Ἐπίσκοπος Ἱερουσαλὴμ


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Συμεών, ἀναδείχθηκε διάδοχος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ( τὸ 62 μ.Χ.), μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ 70 μ.Χ.

Κατὰ τὸν Ἡγήσιππο ἦταν υἱὸς τοῦ Κλωπᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰούδα. Κατὰ ἄλλη δὲ ἐκδοχὴ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

Ἐνῷ ἐπισκόπευε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.), διαβλήθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς στὸν ὕπατο Ἀττικὸ γιὰ τὸν ἀποστολικό του ζῆλο. Ὁ Συμεὼν κατηγορήθηκε ὄχι ἀπὸ Χριστιανοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἰουδαίους. 

Ἡ κατηγορία περιελάμβανε δύο σκέλη. Τὸ ἕνα ἦταν ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος Δαβὶδ καὶ τὸ ἄλλο ὅτι ἦταν Χριστιανός. Ἀφοῦ συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρὰ καὶ στὴν συνέχεια ὁδηγήθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο, τὸ ἔτος 107 μ.Χ., σὲ ἡλικία ἑκατὸν εἴκοσι ἐτῶν. 
Στοὺς Παρισινοὺς Κώδικες βρίσκεται Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Συμεών, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Θεοφάνους.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
 Χριστοῦ σε συγγενῆ, Συμεὼν Ἱεράρχα, 
καὶ Μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, 
τὴν πλάνην ὀλέσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα·
 ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην,
 ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, 
εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστέρα μέγιστον ἡ Ἐκκλησία, 
κεκτημένη σήμερον, τὸν θεηγόρον Συμεών, 
φωταγωγεῖται κραυγάζουσα· 
χαίροις Μαρτύρων σεπτὸν ἀκροθίνιον.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
 Τῆς ἄνω Σιῶν, πολίτης γενόμενος, 
τῆς κάτω Σιῶν, τὸν θρόνον ἐγκεχείρισαι,
 καὶ καλῶς τὸ ποίμνιον, 
ὁδηγήσας πρὸς μάνδραν οὐράνιον, 
ἐσταυρώθης Χριστῷ Συμεών, 
τὸ θεῖον πάθος αὐτοῦ μιμησάμενος.

Μεγαλυνάριον.
 Συγγενὴς ὑπάρχων ὦ Συμεών, 
τοῦ μέχρι καὶ δούλου, κενωθέντος ὑπὲρ ἡμῶν,
 σύμμορφος καὶ μάρτυς, παθῶν αὐτοῦ έδείχθης,
 παγεὶς ὡς ὁ Δεσπότης, Σταυρῷ μακάριε.

Πηγή: synaxarion.gr

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασιλεύς, Ἐπίσκοπος Ἀμασείας


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασιλεὺς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Λικινίου (307 – 323 μ.Χ.) καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἀμασείας τοῦ Πόντου. Ὁ Ἐπίσκοπος Βασιλεὺς διακρινόταν γιὰ τὸν ζῆλο του ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀκοίμητη δραστηριότητα στὴν ἐπιτέλεση τῶν καθηκόντων του. Ἐπειδὴ παντοῦ ὑπῆρχαν καὶ πλάνες καὶ κίνδυνοι, ἔσπευδε παντοῦ καὶ ὁ ἴδιος κηρύττοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας, ἐνισχύοντας, στηρίζοντας, ἐλκύοντας, πυκνώνοντας καὶ ἐγκαρδιώνοντας τὶς Χριστιανικὲς τάξεις καὶ ἀναδεικνύοντας αὐτὲς ὅσο τὸ δυνατὸν ἰσχυρότερες πνευματικὰ ἔναντι τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν εἰδωλολατρῶν, ἔτρεφαν ἐναντίον του σφοδρὴ ἔχθρα. Καὶ ὅταν ὁ Λικίνιος, τὸ ἔτος 322 μ.Χ., προέβη στὰ δυσμενὴ καὶ διωκτικὰ μέτρα ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, κατήγγειλαν πρὸς αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο Ἀμασείας, Βασιλέα.

Ἕνα ἰδιαίτερο περιστατικὸ κορύφωσε τὴν ὀργὴ τοῦ Λικινίου ἐναντίον τοῦ Ἐπισκόπου Βασιλέως. Κοντὰ στὴν αὐτοκράτειρα Κωνσταντία διέμενε ἄλλοτε ὡς ἀκόλουθος μία νεαρὴ καὶ ὡραιότατη κόρη, ποὺ ὀνομαζόταν Γλαφύρα. Ἐξαιτίας τῆς ὀμορφιᾶς της ὁ Λικίνιος ἀνεφλέγη ἀπὸ ἁμαρτωλὸ πάθος, ὡς δοῦλος σαρκικῶν παθῶν, καθὼς ἦταν. Ἡ κόρη ἀντιλήφθηκε τὸν κίνδυνο ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν τιμή της. Ὡς γνήσια Χριστιανὴ ὅμως δὲν δελεάσθηκε καθόλου ἀπὸ τὸ βασιλικὸ ἔρωτα, ἀλλὰ ἔφριξε καὶ ζήτησε τὴν σωτηρία της στὴν φυγή. Ἐνδύθηκε λοιπὸν μὲ ἀνδρικὰ ροῦχα καὶ κάποια νύχτα, βοηθούμενη ἀπὸ τὴν βασίλισσα ποὺ ἔμαθε ὅσα συμβαίνουν, ἄφησε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔφθασε στὴν Ἀμάσεια, ὅπου παρουσιάσθηκε στὸν Ἐπίσκοπο Βασιλέα καὶ ζήτησε τὴν ἠθική του προστασία.

Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπαίνεσε τὴν γνήσια εὐσέβεια καὶ τὴν ἀδούλωτη σύνεση τῆς νέας, τὴν τοποθέτησε δὲ κοντὰ σὲ ἡλικιωμένη Χριστιανὴ γυναίκα ποὺ ἦταν ἐντελῶς ἀφοσιωμένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ καὶ βοηθοῦσε σημαντικότατα τὸν Ἐπίσκοπο στὸ ἔργο τῶν γυναικῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γλαφύρα ἐξέφρασε τὴν βαθιὰ εὐγνωμοσύνη της καὶ χάρηκε ἰδιαίτερα ποὺ τῆς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ θεάρεστες ἀσχολίες. Βοηθοῦσε λοιπὸν στὴν κατήχηση γυναικῶν καὶ νεαρῶν κοριτσιῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ ἀσπασθοῦν τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εὐεργετοῦσε φτωχὰ καὶ ὀρφανὰ παιδιὰ καὶ ἐπιπλέον κατέβαλε ὅλη τὴ δαπάνη ποὺ προϋπολογίσθηκε γιὰ τὴν οἰκοδομὴ Χριστιανικοῦ ναοῦ στὴν Ἀμάσεια.

Μάταια ὁ Λικίνιος τὴν εἶχε ἀναζητήσει σὲ ὅλη τὴν πρωτεύουσα καὶ στὰ περίχωρα. Ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἐπισκόπου Βασιλέως, πληροφόρησαν τὸν Λικίνιο ὅτι ἡ κόρη ἐκείνη εἶχε καταφύγει κοντὰ στὸν Ἱεράρχη τῆς Ἀμάσειας καὶ ὅτι τὴν προστάτευσε καὶ κατόρθωσε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὰ πλούτη της ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴδηση ἄναψε πυρκαγιὰ στὴ σαρκοβόρα καὶ μοχθηρὴ ψυχὴ τοῦ Λικινίου. Ὑπέθετε ὅτι ἡ Γλαφύρα ζοῦσε ἀκόμη καὶ ὅτι θὰ τὴν ἔφερνε κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του. Ἀλλὰ ἡ σεμνὴ κόρη, εἶχε ἤδη πεθάνει καὶ ὁ τάφος ματαίωσε γιὰ πάντα τοὺς χυδαίους πόθους του. Τότε ἡ μανία του ἔγινε σφοδρότερη κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου Βασιλέως. Διέταξε, λοιπόν, νὰ τὸν φέρουν σιδηροδέσμιο στὴ Νικομήδεια. Ἡ διαταγὴ ἐκτελέσθηκε καὶ ὁ Ἅγιος κλείσθηκε στὴ φυλακή.

Τὸν Ἅγιο ἀκολούθησαν δύο ἀπὸ τοὺς διακόνους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀμάσειας, ὁ Θεότιμος καὶ ὁ Παρθένιος, τοὺς ὁποίους φιλοξένησε ἕνας εὐσεβὴς καὶ φιλάνθρωπος Χριστιανός, ὀνόματι Ἐλπιδοφόρος. Οἱ παρεχόμενες ἀγαθοεργίες τοῦ Ἐλπιδοφόρου πρὸς ὅλους εἶχαν καταστήσει φίλους του ἀκόμα καὶ τοὺς φρουροὺς τῶν φυλακῶν. Μποροῦσαν λοιπὸν οἱ δύο διάκονοι νὰ εἰσέρχονται ὁρισμένη ὥρα στὴ φυλακή, ὅπου ἀπολάμβαναν τὴν εὐχαρίστηση νὰ συνδιαλέγονται μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους, νὰ ἀκοῦνε ἀπὸ τὸ στόμα του τὸν λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ δέχονται ἠθικὴ ἐνίσχυση καὶ παρηγοριά.

Λίγες ἡμέρες μετά, ὁ Λικίνιος διέταξε νὰ φέρουν τὸν φυλακισμένο Ἐπίσκοπο ἐνώπιόν του. Τὸν ἔλεγξε μὲ δριμύτητα ὡς ἔνοχο γιὰ τὴν ἀπόκρυψη τῆς Γλαφύρας καὶ γιὰ τὸν ζῆλο μὲ τὸν ὁποῖο ὑπεράσπιζε τὴν χριστιανική του πίστη περιφρονώντας τὰ βασιλικὰ διατάγματα. Ὁ Ἐπίσκοπος γιὰ τὴν Γλαφύρα, ἀπάντησε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ μὴν παράσχει ἄσυλο καὶ προστασία στὴ χριστιανικὴ κόρη, ἡ ὁποία ἦταν ἐξόριστη καὶ ἤθελε ἡ ἴδια νὰ περισώσει  καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν τιμή της, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἴδια ἀπὸ εὐσεβὴ διάθεση χρησιμοποίησε τὴν περιουσία της ὑπὲρ τῶν φτωχῶν καὶ γιὰ τὴν ἀνέγερση ναοῦ, πράγματα γιὰ τὰ ὁποία ἕνας Ἐπίσκοπος ὀφείλει νὰ προτρέπει τοὺς πιστοὺς καὶ ὄχι νά τοὺς ἐμποδίζει. Καὶ γιὰ τὴν περιφρόνηση τῶν βασιλικῶν διαταγῶν, οἱ ὁποῖες ἀπέβλεπαν στὴν ἐξόντωση τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ βασιλέας Λικίνιος ἄλλοτε εἶχε ἀναγνωρίσει μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντίνο τὸ καθῆκον του νὰ ἐπιτρέψουν στοὺς Χριστιανοὺς τὴν πλήρη ἐλευθερία τῆς λατρείας τους καὶ τοῦ δόγματός τους καὶ ὅτι αὐτὸς (ὁ Ἐπίσκοπος) ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρεῖ ὀρθὸ καὶ ἔγκυρο τὸ παλαιότερο ἐκεῖνο βασιλικὸ διάταγμα, διότι ἦταν ἀξιότερο σὲ ὅλα. Ἐν τέλει δέ, παρακάλεσε τὸν Λικίνιο, στὸ ὄνομα τῆς ἴδιας τῆς δικῆς του σωτηρίας καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ κράτους του, νὰ ἀνακαλέσει τὰ νέα μέτρα καὶ νὰ ἀναγνωρίσει στοὺς Χριστιανοὺς τὴν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς τους συνειδήσεως.

Ὁ βασιλέας Λικίνιος ἀπέπεμψε τὸν Ἐπίσκοπο, κρατώντας ἐπιφυλακτικὴ στάση καὶ ἀνέθεσε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές του νὰ τὸν δεῖ κατ’ ἰδὶαν καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν πίστη του. Ἡ συγκεκριμένη ἀποστολὴ ἀπέτυχε καὶ διατάχθηκε ἔτσι ἡ καταδίκη τοῦ Ἐπισκόπου. Αὐτὸς ἄκουσε ἀτάραχος τὴν ἀπόφαση καὶ προσευχήθηκε πρὸς τὸν Θεὸ νὰ δεχθεῖ μὲ ἔλεος τὴν ψυχή του. Προσευχήθηκε, ἐπίσης, ὑπὲρ τῆς ἀσφάλειας τοῦ ποιμνίου του καὶ γιὰ τὴ νίκη τῆς Ἐκκλησίας. Ὕστερα ἀσπάσθηκε καὶ εὐλόγησε τοὺς δύο διακόνους καὶ τὸν Ἐλπιδοφόρο, τοὺς παρηγόρησε στὴν θλίψη τους καὶ τοὺς ἐπιτίμησε γιατί ἔκλαιγαν, λέγοντας τὸν ἔξοχο ἐκεῖνο λόγο ὅτι σὲ τέτοιου εἴδους κινδύνους οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ φυλᾶνε τὰ δάκρυά τους καὶ νὰ χύσουν μὲ προθυμία τὸ αἷμα τους. Ἔπειτα μὲ προθυμία ἔκλινε τὴν τίμια κεφαλή του στὸν δήμιο, ὁ ὁποῖος τὴν ἀπέκοψε. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἡ τίμια κεφαλὴ καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Βασιλέως ρίχθηκαν στὴ θάλασσα μὲ βασιλικὴ διαταγή. Ἀλλὰ ἕνα ἁλιευτικὸ πλοῖο, ποὺ ἔριχνε τὰ δίχτυά του στὸν κόλπο τῆς Σινώπης, ἀνέσυρε ἀπὸ ἐκεῖ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Ὁ δὲ Ἐλπιδοφόρος, καθὼς πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς σὲ ὄνειρο, ἦλθε μὲ τοὺς διακόνους Θεότιμο καὶ Παρθένιο καὶ ἀφοῦ παρέλαβαν τὸ Ἅγιο λείψανο, τὸ ἔφεραν στὴν Ἀμάσεια, στὴν ἱερὴ αὐτὴ ἀκρόπολη τῶν Ἁγίων του κόπων καὶ ἀγώνων καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ προσφιλές του ἔδαφος.Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Βασιλέως ἐτελεῖτο στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἴσως φυλασσόταν μέρος τοῦ ἱεροῦ σκηνώματός του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς Λειτουργὸς τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, 
τῷ παρανόμῳ βασιλεῖ ἀντετάξω, 
Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Βασιλεῦ· 
ὅθεν τὸν αὐχένα σου, ἐκτμηθεὶς διὰ ξίφους, 
χαίρων προσεχώρησας, πρὸς οὐράνιον λῆξιν· 
ἧς καὶ ἡμᾶς δυσώπει μετασχεῖν, 
τοὺς εὐφημοῦντας τὴν ἔνθεον μνήμην σου.



Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Ὡς ἱερόν, μυσταγωγὸν τῆς χάριτος, 
καὶ Ἀθλητῶν, συγκοινωνὸν καὶ σύσκηνον, 
εὐφημοῦντές σε γεραίρομεν, ὦ Βασιλεῦ θεομακάριστε· 
ὁσίως γὰρ τῷ Λόγῳ ἱεράτευσας, 
καὶ δι’ αὐτὸν τὸ αἷμά σου ἐξέχεας· 
ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.



Μεγαλυνάριον.

Χάριν Βασιλέως τῶν οὐρανῶν, 
τὴν δεδωρημένην, εἰς ἐκλύτρωσιν τῶν βροτῶν, 
βασιλεῖ τῷ πλάνῳ, ὦ Βασιλεῦ κηρύττων, 
ἀθλητικῶς δοξάζεις, τὸν σὲ δοξάσαντα.

Πηγή: synaxarion.gr

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος,


Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν καὶ Ἰωάννης, ἦταν Ἰουδαῖος Ἑλληνιστὴς καὶ ἡ μητέρα του ὀνομαζόταν Μαρία. Καταγόταν ἀπὸ εὔπορη οἰκογένεια καὶ κατὰ τὴν συνήθεια τῆς ἐποχῆς νὰ παίρνουν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἕνα δεύτερο ὄνομα ἑλληνικὸ ἢ ρωμαϊκό, ὀνομάσθηκε καὶ Μᾶρκος. Ἡ οἰκογένειά του διέθετε τὸ προφανῶς εὐρύχωρο σπίτι της στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Χριστιανῶν. Ὁρισμένοι παλαιότεροι ἐρευνητὲς δέχονται ὅτι στὸ σπίτι αὐτὸ ἔλαβε χώρα τὸ τελευταῖο δεῖπνο τοῦ Ἰησοῦ μὲ τοὺς Μαθητές Του καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, «ὁ κεράμιον ὕδατος βαστάζων», ὁ ὁποῖος θὰ ἔδειχνε στοὺς δύο Μαθητὲς ποὺ ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ δείπνου τὸ «ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον», ἦταν ὁ Ἰωάννης Μᾶρκος.

Ἡ καταγωγὴ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου ἦταν μᾶλλον ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἄρχισε τὴν διακονία τῆς κηρύξεως τοῦ Εὐαγγελίου, συνοδεύοντας τὸν θεῖο του Ἀπόστολο Βαρνάβα καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὶς διάφορες περιοδεῖες τους.

Στὴν πρώτη περιοδεία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου διακόπτει τὴν συνεργασία, ὅταν ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνεργάτες του ἔφθασαν ἀπὸ τὴν Κύπρο στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστρέφει στὰ Ἱεροσόλυμα. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης περιοδείας, μετὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, κατὰ τὸν «παροξυσμό» ποὺ παρατηρήθηκε μεταξὺ Παύλου καὶ Βαρνάβα, ὁ τελευταῖος μὲ τὸν Μᾶρκο ἀπέπλευσαν στὴν Κύπρο καὶ ὁ Παῦλος μὲ τὸν Σίλα ξεκίνησαν γιὰ τὴ νοτιοδυτικὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἀργότερα ὁ Μᾶρκος βρίσκεται πάλι κοντὰ στὸν Παῦλο κατὰ τὸν χρόνο ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος τὶς Ἐπιστολὲς τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τέλος μνημονεύεται στὴν Α’ Ἐπιστολὴ τοῦ Πέτρου, ὡς συνεργάτης αὐτοῦ καὶ στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή.

Διάφορες παραδόσεις γιὰ τὸν Ἀπόστολο Μᾶρκο ἀπηχοῦνται σὲ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς ἢ σὲ ἀρχαία λατινικὰ χειρόγραφα τοῦ Εὐαγγελίου του. Ὁ Ἰππόλυτος τὸν ὀνομάζει «κολοβοδάκτυλον», εἴτε γιατί εἶχε δυσανάλογα μικρὰ δάχτυλα σὲ σχέση πρὸς τὸ σῶμα του, εἴτε γιατί ἀπέκοψε ὁ ἴδιος ἕνα ἀπὸ τὰ δάχτυλά του ὅταν ἔγινε Χριστιανός, γιὰ νά μὴν θεωρεῖται ἄρτιος καὶ ἱκανὸς νὰ τελεῖ τὰ καθήκοντά του ὡς λευΐτης ποὺ ἦταν, εἴτε τέλος, σύμφωνα μὲ ἄλλη, ἀλληγορικὴ αὐτὴ τὴ φορὰ ἑρμηνεία, γιατί τὸ Εὐαγγέλιό του στερεῖται εἰσαγωγῆς καὶ ἐπιλόγου. Ὁ Ἐπιφάνιος διασώζει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Μᾶρκος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ ὅτι ἀνῆκε σὲ ἐκείνους ποὺ σκανδαλίσθηκαν ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο γιὰ τὴ βρώση τῆς Σάρκας Του καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ἵδρυσε καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀκηλυΐας τῆς Ἰταλίας καὶ ἐργάσθηκε ἀποστολικὰ στὴ Δύση, στὴ Ρώμη καὶ στὰ Μεδιόλανα. Τέλος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση γενικότερα θεωρεῖ τὸν Ἀπόστολο Μᾶρκο ἱδρυτὴ καὶ πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Ὁ Ἀπόστολος Μᾶρκος μετέβη στὴν Αἴγυπτο περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 62 μ.Χ., ἡμέρα τοῦ Πάσχα, οἱ Ἐθνικοὶ τὸν συνέλαβαν, τὸν ὑπέβαλαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Τὴν ἑπόμενη, δεύτερη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, τὸν ἔσυραν ἀνὰ τὶς ὁδοὺς τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ μαρτύρησε, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ διότι ἀξιώθηκε νὰ μαρτυρήσει ὑπὲρ τοῦ Ἁγίου Ὀνόματος Αὐτοῦ. Οἱ εἰδωλολάτρες θέλησαν νὰ κάψουν τὸ ἅγιο λείψανό του σὲ τόπο ποὺ ὀνομαζόταν «εἰς τοὺς Ἀγγέλους», ὅπου ἀργότερα ἱδρύθηκε καὶ ναός, τὸ «Ἀγγέλιον», ἀλλὰ λόγῳ τῆς θύελλας ποὺ ξέσπασε μὲ βροχὴ καὶ χαλάζι, ἐγκατέλειψαν τὸ ἱερὸ λείψανο καὶ ἔφυγαν. Οἱ Χριστιανοὶ ἀφοῦ παρέλαβαν τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου τὸ κατέθεσαν σὲ μνημεῖο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰκοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμήν του.

Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, ἀργότερα μετακομίσθηκε στὴ Βενετία ἀπὸ Βενετοὺς ναυτικούς. Ἡ πράξη δικαιολογήθηκε πολὺ ἀργότερα μὲ ἀναφορὰ σὲ κάποια προφητεία ποὺ Ἄγγελος Κυρίου ἔδωσε στὸν Ἀπόστολο Μᾶρκο, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ σκήνωμά του θὰ ἀναπαυόταν κάποτε στὴ Βενετία. Ἡ γενικῶς ἀποδεκτὴ ἄποψη τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἀπὸ τοὺς Βενετοὺς ἀπεικονίσθηκε σὲ ψηφιδωτὰ μέσα στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Ἐκεῖ ἱστορεῖται τὸ ἐπιχείρημα δύο Βενετῶν ἐμπόρων οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν βοήθεια δύο Ἑλλήνων μοναχῶν, ἀφαίρεσαν τὸ ἱερὸ λείψανο ἀπὸ τὸ προσκύνημά του στὴν Ἀλεξάνδρεια, δωροδοκώντας τὴν φρουρὰ καὶ ἀντικαθιστώντας τὸ ἱερὸ λείψανο μὲ τὸ σκήνωμα ἑνὸς ἀγνώστου Ἁγίου. Ὅταν ἀνέβασαν τὸ ἱερὸ λείψανο πάνω στὸ πλοῖο, φρόντισαν νὰ τὸ προστατεύσουν ἀπὸ τὰ ἐρευνητικὰ βλέμματα τῶν Ἀράβων λιμενικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν εὐωδία ἁγιότητος ποὺ ἀνέδυε, κρύβοντάς το κάτω ἀπὸ τεμαχισμένα χοιρινὰ κρέατα. Οἱ Ἄραβες, ὡς εὐλαβεῖς Μουσουλμάνοι, ἔνιωσαν φρίκη στὴ θέα καὶ τὴ δυσωδία τῶν χοίρων. Ἔτσι τὸ πλοῖο μὲ τὸν πολύτιμο θησαυρὸ ἀναχώρησε ἄμεσα. Στὸ ἐκπληκτικὰ ταχὺ ταξίδι ἐπιστροφῆς στὴ Βενετία, τὸ πλοῖο παραλίγο νὰ συντριβεῖ ὁλοσχερῶς. Ὅμως ὁ Ἅγιος ἦταν ἐκεῖ, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸν κυβερνήτη καὶ νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ συμφορά.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι σίγουρα ἐμπλουτισμένο μὲ πλασματικὲς λεπτομέρειες. Ὅμως, ἡ κλοπὴ ἦταν ἀδιαμφισβήτητη. Τὰ ἐλατήρια τῆς κλοπῆς ἦταν τόσο πολιτικὰ ὅσο καὶ θρησκευτικά. Στὴν ἀρχὴ τὸ ἱερὸ λείψανο τοποθετήθηκε καὶ φυλάχθηκε σὲ μία κρυφὴ αἴθουσα δίπλα στὸ παλάτι τοῦ δόγη. Στὴ διαθήκη του, ὁ δόγης Ἰουστινιανὸς ὅρισε, ἡ σύζυγός του νὰ οἰκοδομήσει ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἀνάμεσα στὸ παλάτι καὶ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ἡ ἀνέγερση τοῦ κτίσματος ἄρχισε τὸ ἔτος 832 μ.Χ. καὶ τελείωσε μετὰ ἀπὸ 34 ἔτη. 
Στὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιο βρίσκουμε μόνο μερικὰ χαρακτηριστικὰ ἐπεισόδια ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, σταχυολογημένα ἀπὸ τὴν πλούσια παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀποσπασματικὲς αὐτὲς πληροφορίες ἔχουν ἕνα βαθύτερο θεολογικὸ σύνδεσμο μεταξύ τους καὶ ἀποσκοποῦν στὸ νὰ δείξουν ὅτι στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πραγματοποιήθηκαν οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. Οἱ θαυματουργικὲς πράξεις τοῦ Κυρίου στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου μαρτυροῦν γιὰ τὴ μεσσιανικὴ ἐξουσία τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν ὁποία ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κατανικᾶ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ ἐλευθερώνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν κυριαρχία τους. Τὰ πραχθέντα ἀποκορυφώνονται στὸν Σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ, ὅπου θριαμβεύει μὲ τὴν Ἀνάσταση ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔναντι τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων. Γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ Σταυροῦ προετοιμάζει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς τὸν ἀναγνώστη ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου του. Ἡ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου κινεῖται μεταξὺ τωρινῶν παθημάτων τῶν πιστῶν καὶ μέλλουσας δόξας μὲ ἀποκορύφωμα τὴ μέλλουσα δόξα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
 Τοῦ Πέτρου συνέκδημος, καὶ κοινωνὸς ἱερός, 
τοῦ Λόγου διάκονος, καὶ ὑποφήτης σοφός, 
ἐδείχθης Ἀπόστολε· 
ὅθεν τὸ τοῦ Σωτῆρος, Εὐαγγέλιον θεῖον, 
Μᾶρκε διαχαράττεις, ὡς οὐράνιος μύστης· 
διὸ Εὐαγγελιστά σε, πόθῳ γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος β. Τὰ ἄνω ζητῶν.
 Ἐξ ὕψους λαβών, τὴν χάριν τὴν τοῦ Πνεύματος, 
ῥητόρωνά, διέλυσας Ἀπόστολε, 
καὶ τὰ ἔθνη ἅπαντα, σαγηνεύσας, 
Μᾶρκε παναοίδιμε, τῷ σῷ Δεσπότῃ προσήγαγες, 
τὸ θεῖον κηρύξας Εὐαγγέλιον.

Μεγαλυνάριον.

Πέτρῳ τῷ θεόπτῃ μαθητευθείς, 
τῶν ὑπερκοσμίων, ἐχρημάτισας μυητής· 
ὅθεν τοῦ Σωτῆρος, ἡμῖν εὐηγγελίσω, 
ὦ Μᾶρκε θεηγόρε, τὴν συγκατάβασιν.

Πηγή: synaxarion.gr

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἁγίου Λαζάρου - π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν


«Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν Ἁγίαν Ἑβδομάδα τὸ σόν πάθος, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε …» Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ στιχηροῦ στὸν ἑσπερινό τῆς Παρασκευῆς, πρὶν τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, τελειώνει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πιὰ στὴν «Ἁγία Ἑβδομάδα», στὴν περίοδο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Περίοδος ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.


Τὰ γεγονότα τῆς διπλῆς γιορτῆς, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναφέρονται στὰ λειτουργικὰ κείμενα σὰν «προοίμιο τοῦ Σταυροῦ». Ἔτσι, γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα αὐτὰ τὰ γεγονότα, θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε μέσα στὰ πλαίσια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.


Τὸ κοινὸ ἀπολυτίκιο τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…» μᾶς βεβαιώνει, μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο, γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ ὅτι μία ἀπὸ τὶς μεγάλες γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, γίνεται ὁ ὁδηγὸς στὴν πορεία μας μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ Σταυροῦ. Ἔτσι τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ λάμπουν ὄχι μόνο στὸ τέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἀλλὰ καὶ στὴν ἀρχή της. Τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ φωτίζουν αὐτὸ τὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ βαθὺ καὶ τελικὸ νόημά του.


Ὅλοι ὅσοι εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν Ὀρθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τὸν ἰδιότυπο, σχεδὸν παράδοξο, χαρακτήρα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου. Εἶναι, θὰ λέγαμε, Κυριακὴ καὶ ὄχι Σάββατο, δηλαδὴ ἔχουμε μέσα στὸ Σάββατο ἀναστάσιμη ἀκολουθία. Ξέρουμε ὅτι τὸ Σάββατο εἶναι βασικὰ ἀφιερωμένο στοὺς τεθνεῶτες καὶ ἡ Θεία Λειτουργία γίνεται στὴ μνήμη τους. Ὅμως τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι διαφορετικό. Ἡ χαρὰ ποὺ διαποτίζει τὶς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς ἡμέρας τονίζει ἕνα κεντρικὸ θέμα: τὴν ἐπερχόμενη νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ Ἅδη.


Ἅδης εἶναι ὁ βιβλικὸς ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ὁρίσει τὸ θάνατο μὲ τὴν παγκόσμια δύναμή του, ποὺ μὲ τὰ ἀδιαπέραστα σκότη καὶ τὴ φθορὰ καταπίνει κάθε ζωὴ καὶ δηλητηριάζει ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Ἀλλὰ τώρα, μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ «θάνατος ἀρχίζει νὰ τρέμει». Ἀκριβῶς ἀπὸ δῶ ἀρχίζει ἡ ἀποφασιστικὴ μονομαχία ἀνάμεσα στὴ Ζωὴ καὶ τὸ Θάνατο καὶ μᾶς προσφέρει τὸ κλειδὶ γιὰ μία πλήρη κατανόηση τοῦ λειτουργικοῦ μυστηρίου τοῦ Πάσχα.


Στὴν πρώτη Ἐκκλησία, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου ὀνομαζόταν «ἀναγγελία τοῦ Πάσχα». Πραγματικὰ αὐτὸ τὸ Σάββατο ἀναγγέλει, προμηνύει, τὸ ὑπέροχο φῶς καὶ τὴ γαλήνη τοῦ ἑπομένου Σαββάτου, τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Σαββάτου, ποὺ εἶναι ἡμέρα τοῦ Ζωηφόρου Τάφου.


Τὸ πρῶτο μας βῆμα ἂς εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ καταλάβουμε τὸ ἑξῆς: ὁ Λάζαρος, ὁ φίλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ προσωποποίηση ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ φυσικὰ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστὰ. Ἡ Βηθανία, ἡ πατρίδα τοῦ Λαζάρου, εἶναι τὸ σύμβολο ὅλου τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ καθενός. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς δημιουργήθηκε νὰ εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ κλήθηκε σ’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ Φιλία ποὺ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἡ κοινωνία μαζί Του, ἡ συμμετοχὴ στὴ ζωή Του. «Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰω. 1, 4). Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ φίλος (ὁ ἄνθρωπος), τὸν ὁποῖο τόσο ἀγαπάει ὁ Θεὸς καὶ τὸν ὁποῖο μόνο ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε, δηλαδὴ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, τώρα καταστρέφεται, ἐκμηδενίζεται ἀπὸ μία δύναμη ποὺ δὲν τὴ δημιούργησε ὁ Θεός: τὸ θάνατο. Ὁ Θεὸς συναντάει μέσα στὸν κόσμο, ποὺ Αὐτὸς δημιούργησε, μία δύναμη ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο Του καὶ ἐκμηδενίζει τὸ σχέδιό Του. Ἔτσι ὁ κόσμος δὲν εἶναι πιὰ παρὰ θρῆνος καὶ πόνος, δάκρυα καὶ θάνατος.

Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτό; Πῶς συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αὐτὰ εἶναι ἐρωτήματα ποὺ διαφαίνονται στὴ λεπτομερῆ διήγηση ποὺ κάνει ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιό του γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅταν ἔφτασε στὸν τάφο τοῦ φίλου Του Λαζάρου. «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσι αὐτῷ· Κύριε ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς». (Ἰω. 11, 35). Γιατί, ἀλήθεια, ὁ Κύριος δακρύζει βλέποντας τὸ νεκρὸ Λάζαρο ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι σὲ λίγα λεπτὰ ὁ ἴδιος θὰ τοῦ δώσει ζωή; Μερικοὶ Βυζαντινοὶ ὑμνογράφοι βρίσκονται σὲ ἀμηχανία σχετικὰ μὲ τὸ ἀληθινὸ νόημα αὐτῶν τῶν δακρύων. Μιλᾶνε γιὰ δάκρυα ποὺ χύνει ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ δύναμη τῆς ἀνάστασης ἀνήκει στὴ θεϊκή Του φύση. Ἡ Ὀρθόδοξη ὅμως Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὅλες οἱ πράξεις τοῦ Χριστοῦ ἦταν «Θεανδρικές», δηλαδὴ θεϊκὲς καὶ ἀνθρώπινες ταυτόχρονα. Οἱ πράξεις Του εἶναι πράξεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Θεοῦ-Ἀνθρώπου, τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτός, λοιπόν, ποὺ δακρύζει δὲν εἶναι μόνο Ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, καὶ Αὐτὸς ποὺ καλεῖ τὸν Λάζαρο νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν τάφο δὲν εἶναι μόνο Θεὸς ἀλλὰ καὶ Ἄνθρωπος ταυτόχρονα. Ἑπομένως αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι θεία δάκρυα. Ὁ Ἰησοῦς κλαίει γιατί βλέπει τὸ θρίαμβο τοῦ θανάτου καὶ τῆς καταστροφῆς στὸν κόσμο τὸ δημιουργημένο ἀπὸ τὸν Θεό.


«Κύριε, ἤδη ὄζει…», λέει ἡ Μάρθα καὶ μαζί της oἱπαρεστῶτες Ἰουδαῖοι, προσπαθώντας νὰ ἐμποδίσουν τὸν Ἰησοῦ νὰ πλησιάσει τὸ νεκρό. Αὐτὴ ἡ φοβερὴ προειδοποίηση ἀφορᾶ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὅλη τὴ ζωή. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Αὐτὸς κάλεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει μέσα στὴ θεία πραγματικότητα τῆς ζωῆς καὶ ἐκεῖνος τώρα «ὄζει» (μυρίζει ἄσχημα). Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε νὰ ἀντανακλᾶ καὶ νὰ φανερώνει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνος «ὄζει»…


Στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου ὁ Θεὸς συναντᾶ τὸ Θάνατο, τὴν πραγματικότητα ποὺ εἶναι ἀντὶ-ζωή, ποὺ εἶναι διάλυση καὶ ἀπόγνωση. Ὁ Θεὸς συναντᾶ τὸν ἐχθρό Του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀπέσπασε τὸν κόσμο Του καὶ ἔγινε ὁ ἴδιος «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου». Καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ἀκολουθοῦμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καθὼς πλησιάζει στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στὴ «δική Του ὥρα» («ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα…»)· στὴν ὥρα γιὰ τὴν ὁποία πολὺ συχνὰ εἶχε μιλήσει καὶ τὴν εἶχε παρουσιάσει σὰν τὸ ἀποκορύφωμα, τὸ πλήρωμα ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου Του.


Ὁ Σταυρός, ἡ ἀναγκαιότητά του καὶ τὸ παγκόσμιο νόημά του ἀποκαλύπτονται μὲ τὴν πολὺ σύντομη φράση τοῦ Εὐαγγελίου: «καὶ ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς…». Τώρα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε γιατί δάκρυσε : ἀγαποῦσε τὸ φίλο Του Λάζαρο καὶ γι’ αὐτὸ εἶχε τὴ δύναμη νὰ τὸν φέρει πίσω στὴ ζωή. Ἡ δύναμη τῆς Ἀνάστασης δὲν εἶναι ἁπλὰ μία θεϊκὴ «δύναμη αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν», ἀλλὰ εἶναι δύναμη ἀγάπης, ἢ μᾶλλον ἡ ἀγάπη εἶναι δύναμη.


Ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι Ζωή. Ἡ Ἀγάπη δημιουργεῖ Ζωή… Ἡ Ἀγάπη, λοιπόν, εἶναι ἐκείνη ποὺ κλαίει μπροστὰ στὸν τάφο καὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐπαναφέρει τὴ ζωή. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν θεϊκῶν δακρύων τοῦ Ἰησοῦ. Μέσα ἀπ’ αὐτὰ ἡ ἀγάπη ἐνεργοποιεῖται καὶ πάλι· ἀναδημιουργεῖ, ἀπολυτρώνει, ἀποκαθιστᾶ τὴ σκοτεινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!..» Προσταγὴ ἀπολύτρωσης. Κάλεσμα στὸ φῶς. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι τὸ προοίμιο καὶ τοῦ Σταυροῦ, σὰν τὴ μέγιστη θυσία τῆς ἀγάπης, καὶ τῆς Ἀνάστασης, σὰν τὸν τελικὸ θρίαμβο τῆς ἀγάπης.



π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν 

Ἀπό τό βιβλίο: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ,

Ἔκδ. Ἀκρίτας 1990.

Πηγή: imaik.gr

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ναθαναήλ



Περὶ τοῦ Ἀποστόλου Ναθαναὴλ γνωρίζουμε τόσα μόνο σαφὴ καὶ θετικά, ὅσα τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο περιέσῳσε μεταξὺ τοῦ Φιλίππου καὶ αὐτοῦ διαμειφθέντα καὶ μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ναθαναήλ, ὅταν ἐκεῖνος ἄκουσε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸ Νόμο καὶ οἱ Προφῆτες.


Στοὺς Συναξαριστὲς ὁ Ἀπόστολος Ναθαναὴλ ταυτίζεται μὲ τὸν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο (υἱὸς τοῦ Θολομαίου), ἄλλοτε δὲ μὲ τὸν ζηλωτὴ Σίμωνα, τὸν Ἀπόστολο ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου τελέσθηκε ὁ γάμος στὸν ὁποῖο παρακάθισε καὶ ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν μητέρα Του.


Οἱ λόγοι τῆς ταυτίσεως τοῦ Ἀποστόλου Βαρθολομαίου πρὸς τὸ Ναθαναήλ, εἶναι οἱ ἑξῆς: α) Στοὺς καταλόγους τῶν μαθητῶν στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια καὶ στὶς Πράξεις ὀνομάζεται μόνο ὡς Βαρθολομαῖος, ἐνῷ στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μόνο ὡς Ναθαναὴλ καὶ β) στοὺς καταλόγους αὐτοὺς συγκαταριθμεῖται πάντοτε μὲ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο. 
Ἡ ἀποστολικὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου Ναθαναὴλ ἐπεκτείνεται μέχρι τὴν Ἀφρική, τὴ Μαυριτανία καὶ τὴ Βρετανία, ὅπου καὶ σταυρώθηκε ἀπὸ εἰδωλολάτρες.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. 
Χριστὸς θεασάμενος, τὴν σὴν εὐθεῖαν ψυχήν, 
καὶ τρόπον τὸν ἔνθεον, Ναθαναὴλ ἱερέ, 
ὡς Κτίστης ἐβόησεν· 
Ἴδε Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν· 
ὅθεν καὶ ὑπηρέτης, καὶ Ἀπόστολος θεῖος, 
τῆς τούτου παρουσίας, ἐδείχθης τοῖς πέρασι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῷ Χριστῷ προσέδραμες, ὡς τῶν ῥημάτων, 

τῶν αὐτοῦ ἀκήκοας, Ναθαναὴλ ἀπὸ ψυχῆς, 
καὶ Ἀποστόλοις ἠρίθμησαι, 
τὰ ὑπὲρ λόγον ἀμέσως μυούμενος.


Μεγαλυνάριον.
Μύστης τοῦ Σωτῆρος θεοειδής, 

Ναθαναὴλ ὤφθης, καὶ Ἀπόστολος εὐκλεής· 
ἔνθεν εὐσεβείας, μυσταγωγὸς ἐδείχθης, 
ζωῆς ἀνακηρύξας, τὸ Εὐαγγέλιον.

Πηγή: synaxarion.gr

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Πισιδίας

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πισιδίας. 
 
Προσκληθεῖς μαζὶ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθεῖ ἡ κατάργηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, στὴν Σύνοδο τοῦ 754 μ.Χ., ἀντιστάθηκε σθεναρὰ στὰ ἐντάλματα τῶν κρατούντων εἰκονομάχων καὶ στὴν ἀσέβειά τους. 
 
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) καὶ εὑρισκόμενος στὴν ἐξορία κοιμήθηκε. Γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής.
 
Πηγή: synaxarion.gr

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Οἱ Ἅγιοι Ἀρίσταρχος, Πούδης καὶ Τρόφιμος οἱ Ἀπόστολοι ἐκ τοὺς ἑβδομήκοντα



Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀρίσταρχος, Πούδης καὶ Τρόφιμος ἀνῆκαν στὸν κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων ( 4 Ἰανουαρίου) τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἀρίσταρχο ἀναφέρεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅτι ἦταν Μακεδόνας καταγόμενος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατὰ πᾶσα πιθανότητα Ἰουδαῖος. Ὁπωσδήποτε ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν μνημονεύει στὶς πρὸς Κολοσσαεῖς καὶ Φιλήμονα ἐπιστολές του.

Ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ᾖλθε στὴν Ἔφεσο κομίζοντας χάρη τῶν Χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων τὴ «λογία». Τὸ προϊὸν τοῦ ἐράνου ἔφεραν οἱ Γάιος, Σεκοῦνδος καὶ Ἀρίσταρχος. Ἀπὸ τότε ὁ Ἀρίσταρχος ἔγινε ἀχώριστος σύντροφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὡς τὴ Ρώμη. Τὸν Ἀπόστολο Ἀρίσταρχο τὸν συναντοῦμε καὶ στὸ 19ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς περιγράφει μὲ ἐξαιρετικὴ ζωηρότητα τὰ ἐπεισόδια τῆς Ἐφέσου. Ὁ ἀργυροκόπος Δημήτριος εἶχε χολωθεῖ ἀπὸ τὴ μεταστροφὴ τῶν κατοίκων τῆς Ἐφέσου πρὸς τὴ νέα πίστη καὶ γι’ αὐτὸ ξεσήκωσε τὸ λαὸ ἐναντίον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῶν συνεργατῶν του Ἀριστάρχου καὶ Γαΐου.

Ὁ Συναξαριστὴς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος τῆς Ἀπαμείας τῆς Συρίας «καὶ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους ἀπίστους ἐπέστρεψεν εἰς τὴν τῆς ἀληθείας καὶ εὐλαβείας ἐπίγνωσιν». Ἡ δὲ παράδοση θεωρεῖ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀρίσταρχος συναντήθηκε πάλι μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴ Ρώμη καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀριστάρχου καὶ στὶς 27 Σεπτεμβρίου.

Ὁ Ἀπόστολος Πούδης μνημονεύεται στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ὁποίου ἦταν ἀκόλουθος στὰ παθήματα καὶ τοὺς διωγμούς. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.). 
Ὁ Ἀπόστολος Τρόφιμος μνημονεύεται στὶς Πράξεις καὶ τὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὑπέστη μαζί του διωγμοὺς καὶ κακώσεις. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χορείαν τὴν τρίπλοκον, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ,
 συμφώνως τιμήσωμεν, ὡς ποταμοὺς λογικούς, 
τῆς θείας χρηστότητος, 
Πούδην σὺν Ἀριστάρχῳ, καὶ Τροφίμῳ τῷ θείῳ,
 λόγοις θεογνωσίας, καταρδεύσαντας κόσμον.
 Αὐτῶν Χριστὲ μεσιτείαις, πάντας οἰκτείρησον.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἱεροὶ συνέκδημοι, Παύλου τοῦ θεοκήρυκος,
 τὴν οἰκουμένην σὺν τούτῳ διήλθητε, 
γνῶσιν τὴν θείαν σπείραντες, 
Ἀρίσταρχε θεόφρον, σὺν Τροφίμῳ τῷ θείῳ 
καὶ Πούδη ἔνδοξε· 
διὸ καὶ ἠθληκότες, ἀξίως συνεδοξάσθητε.

Μεγαλυνάριον.
Τρίφωτος λυχνία τῶν ἀγαθῶν, 
τῶν τῆς εὐσεβείας, ἐχρημάτισαν τοῖς ἐν γῇ,
 Ἀρίσταρχος Πούδης, καὶ Τρόφιμος ὁ θεῖος, 
τοῖς ἐν νυκτὶ τοῦ βίου, τὸ φῶς ἐκλάμποντες.

Πηγή: synaxarion.gr

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος Ἀρχιεπίσκοπος Δημονίκου & Ἐλασσῶνος



Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στὴν Εὐρυτανία, τὸ ἔτος 1548, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Χριστοδούλη.

Τὸ συγγραφικό του ἔργο, ἡ γλωσσομάθειά του καὶ ἡ θητεία του ὡς διδασκάλου, δείχνουν ὅτι ἦταν πολὺ μορφωμένος. Ποῦ ἔμαθε τὰ γράμματα δὲν μᾶς εἶναι γνωστό. Τὸ ἔτος 1574 ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ἐξελέγη Ἐπίσκοπος «Δημονίκου καὶ Ἐλασσῶνος» καὶ διαδέχθηκε τὸν Δαμασκηνὸ Β’ (1570 – 1574). Τὸν ἴδιο χρόνο δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β’ τοῦ Τρανοῦ, ποὺ πραγματοποιοῦσε περιοδεία στὴ Ρούμελη καὶ τὴν Πελοπόννησο. Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας φιλοξενήθηκε στὸ μοναστήρι τῆς Ὀλυμπιώτισσας.

Τὸ γεγονὸς ὅτι περίπου ἀπὸ τὸ ἔτος 1580 λειτουργοῦσε στὴν Ὀλυμπιώτισσα κρυφὸ σχολειό, μᾶς κάνει νὰ θεωροῦμε ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ἐνδιαφέρθηκε ζωηρὰ καὶ γιὰ τὴν στοιχειώδη μόρφωση τῶν νέων τῆς Ἐπισκοπῆς του. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ συνεννόηση καὶ συνεργασία μὲ τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχοὺς τῆς Ὀλυμπιώτισσας ὀργάνωσε τὸ σχολεῖο αὐτὸ καὶ παρακίνησε καὶ ἐνθάρρυνε τὰ Ἑλληνόπουλα τῆς Ἐλασσῶνος, ποὺ εἶχαν ζῆλο γιὰ τὰ γράμματα, νὰ ἀνεβαίνουν στὸ μοναστήρι καὶ ἐκεῖ νὰ μαθαίνουν ἀνάγνωση καὶ γραφὴ ἐπάνω στὰ ἱερὰ κείμενα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1588 ὁ Ἅγιος συνόδευσε, μαζὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη Μονεμβασίας Ἱερόθεο, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία Β’ στὴ Μόσχα, ὅπου στὶς 26 Ἰανουαρίου 1589 ἀναγόρευσαν καὶ ἐγκατέστησαν τὸν Μητροπολίτη Ἰὼβ ὡς Πατριάρχη Βλαδιμηρίας, Μόσχας καὶ ἁπάσης Ρωσίας καὶ ἁπασῶν τῶν βορείων Χωρῶν. Τὴν τελετὴ καὶ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἐνθρονίσεως τοῦ Μητροπολίτη Ἰὼβ τὶς περιέγραψε ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος μὲ στίχους στὴ δημοτικὴ γλῶσσα, μὲ τίτλο «Κόποι καὶ διατριβὴ τοῦ ταπεινοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀρσενίου».

Ὁ Ἅγιος δὲν ξαναγύρισε στὴν Ἐπισκοπὴ Ἐλασσῶνος, ἀλλὰ ἔμεινε ὁριστικὰ στὴ Ρωσία, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1625.

Σχετικὰ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση του στὴ Ρωσία, γνωρίζουμε ὅτι δίδαξε στὸ Κοινοτικὸ Ἑλληνικὸ σχολεῖο τοῦ Λβὼφ τῆς Ρουθηνίας, ὅπου ὑπῆρχε πολυμελὴς καὶ ἀκμαία Ἑλληνικὴ παροικία, κυρίως ἐμπόρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Κρητικὸς κρασέμπορας Κωνσταντίνος Κορνιακτός. 
Ἀργότερα ὁ Ἅγιος διετέλεσε διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας Σουζδαλίας, ἀπὸ ὅπου ἀλληλογραφοῦσε συχνὰ μὲ τὸν Πατριάρχη Ἀλαξενδρείας Ἅγιο Μελέτιο τὸν Πηγᾶ. Στὸ διάστημα τῆς πολύχρονης διαμονῆς του στὴ Ρωσία ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος δὲν λησμόνησε τὴν γενέτειρά του καὶ τὰ μοναστήρια, ὅπου μᾶλλον εἶχε περάσει τὰ νεανικά του χρόνια. Ἀφιέρωσε πολλὰ βιβλία, εἰκόνες καὶ ἱερὰ σκεύη στὴ μονὴ Τατάρνης καὶ στὰ Μετέωρα.

Πηγή: synaxarion.gr

* * *

 Ἀπολυτίκιον Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης. 
Ἐλασσῶνος ποιμένα Θετταλίας τὸ κλέισμα 
καὶ τῆς Μοσχοβίας ἀπάσης περιβόητον ἄκουσμα. Ἀρσένιον ὑμνήσωμεν πιστοί, 
βοῶντες μετὰ πόθου εὐλαβῶς· 
φύλαττε καὶ σκέπε πάτερ ἀεὶ 
τοὺς πίστει σοι κραυγάζοντας· 
δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,
 δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, 
δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σου
 χάριν καὶ ἔλεος.

Πηγή: saint.gr

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης



Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ἔζησε καὶ ἀνεδείχθη κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μᾶλλον λίγα χρόνια μετὰ τὸ ἔτος 1630 μ.Χ., στὸ χωριὸ Γόλιτσα τῶν Ἀγράφων, τῆς (τότε) ἐπαρχίας Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, στὴ σημερινὴ κοινότητα Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ νομοῦ Καρδίτσας. 

Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι Χριστιανοί, μὲ τὴν ἐργασία τους κατόρθωσαν στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ ἀναγκαῖα τῆς ζωῆς τους μὲ αὐτάρκεια καὶ στοργικὰ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀνατροφὴ τῶν δυὸ παιδιῶν τους ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Θεός. Ὅμως ὁ πρόωρος θάνατος τοῦ πατέρα συγκλόνισε τὴν οἰκογένεια καὶ ἐπισκίασε τὴν εὐτυχία τους.

Ὁ Ἀναστάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου, ἔμεινε ὀρφανὸς σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἡ μητέρα τους μὲ τὴ βαθιὰ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά της ἀγωνίζεται ἀγώνα σκληρὸ «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» καὶ ἀναλαμβάνει μόνη της τὸ βάρος τῆς οἰκογενειακῆς εὐθύνης. Ἐργάζεται ἀγόγγυστα γιὰ νὰ συντηρήσει τὰ δύο ἀνήλικα παιδιά της καὶ νὰ τὰ ἀναθρέψει μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.

Πολὺ σύντομα στὸ πλευρὸ τῆς γυναίκας βρέθηκε καὶ ὁ μικρὸς Ἀναστάσιος, γιὰ νὰ ἀναλάβει καὶ ἐκεῖνος ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς εὐθύνες γιὰ τὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς του.

Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε συγκλονίσει ἀπὸ νωρὶς τὴν καρδιὰ τοῦ Ἀναστασίου καὶ ἡ φλόγα τῆς θείας ἀγάπης θέρμαινε τὴν παιδική του ψυχή. Ἔνιωθε ζωηρὰ καὶ πολὺ ἔντονα τὴν κλίση καὶ τὸν ζῆλο πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἀπέφευγε τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου καὶ ἀναζητοῦσε συχνὰ τὴν ἡσυχία σὲ τόπους ἐρημικούς. 

Ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στὸν Θεό, διέθετε ὅλο τὸν χρόνο του στὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Σύντομα ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσμια καὶ σὲ ἡλικία εἴκοσι τριῶν ἐτῶν ἔφυγε πρὸς τὰ μέρη τῆς Ζαγορᾶς Βόλου. Κατέληξε στὸ μοναστήρι τῆς Σουρβιᾶς, ποὺ εἶχε χτίσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Μακρυνίτσας Βόλου καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα.