Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ὁ βίος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τιμοθέου & Μαύρας


    Ὁ ἅγιος Τιμόθεος καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὶς Θῆβες τῆς Αἰγυπτου. Χειροθετήθηκε ἀναγνώστης (κατ' ἄλλους, ἦταν πρεσβύτερος) καὶ μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν βιβλίων κατὰ τὶς λειτουργικὲς συνάξεις στερέωνε στοὺς χριστιανοὺς τὴν ἐλπίδα γιὰ τὰ ἀγαθὰ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Ὅταν ἐκδόθηκαν τὰ πρῶτα διατάγματα τοῦ Διοκλητιανοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν (304), εἴκοσι μόλις ἡμέρες μετὰ τὸν γάμο του μὲ τὴν εὐσεβῆ Μαύρα, ὁ Τιμόθεος καταγγέλθηκε ὡς ἔνθερμος ἱεροκήρυκας τῆς νέας θρησκείας καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου τῶν Θηβῶν, Ἀρριανοῦ, ποὺ τὸν κάλεσε νὰ τοῦ παραδώσει τὰ ἱερὰ βιβλία. 

Ὁ ἅγιος ὅμως ἀρνήθηκε λέγοντας: «Ὅπως ἕνας πατέρας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παραδώσει ἑκουσίως τὰ παιδιά του στὸν θάνατο, ἔτσι κι ἐγὼ προτιμῶ νὰ πεθάνω παρὰ νὰ παραδώσω στὸ πῦρ τὰ χειρόγραφα αὐτὰ μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ πιστοὶ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀξιωνόμαστε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σκέπη τῶν ἀγγέλων του».

     Ὀργισμένος ὁ Ἀρριανὸς διέταξε νὰ τοῦ τρυπήσουν τὰ αὐτιὰ μὲ πυρωμένα σουβλιά, τὰ ὁποῖα διαπερνώντας τὸ τύμπανο διέρρηξαν τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν του, ποὺ ἔπεσαν καταγῆς. Τὸν ἔδεσαν κατόπιν σὲ ἕναν τροχὸ μὲ αἰχμηρὰ καρφιὰ ποὺ τοῦ κατέσχισαν τὶς σάρκες. Ὁ Τιμόθεος, ὅμως, θεραπεύτηκε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπέμεινε κι ἄλλα μαρτύρια, φωνάζοντας ὅτι τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (βλ. Ρωμ. 8,35).



Ὁ τύρρανος διέταξε τότε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φυλακὴ καὶ κάλεσε τὴν Μαύρα, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὴν χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ κάμψει τὴν ἀντίσταση τοῦ Τιμοθέου. Προσπάθησε στὴν ἀρχὴ μὲ θωπεῖες νὰ τὴν πείσει νὰ λογικεύσει τὸν σύζυγό της, γιὰ νὰ μὴν τὸν χάσει μετὰ ἀπὸ εἴκοσι μόνο ἡμέρες ἔγγαμου βίου. Μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη συνομιλία μὲ τὸν Τιμόθεο, ἡ Μαῦρα βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς ἔμπλεη ἱεροῦ ζήλου καὶ ὁμολόγησε στὸν ἔπαρχο ὅτι ἦταν καὶ ἡ ἴδια χριστιανὴ καὶ ἕτοιμη νὰ προσφέρει τὴν ζωή της γιὰ τον Χριστό.  

Ὁ Ἀρριανὸς διέταξε νὰ τῆς ξυρίσουν τὰ μαλλιά, καὶ ἀφοῦ τῆς ἔκοψαν τὰ δάκτυλα τὴν ἔρριξαν σὲ βραστὸ νερό. Παρέμεινε ὅμως, ἀνέπαφη καὶ εἶπε στὸν ἔπαρχο: «Δὲν εἶναι ἡ φωτιά σου δυνατή. Ἂν σοῦ λείπουν τὰ ξύλα στεῖλε τοὺς ὑπηρέτες σου στοὺς γονεῖς μου καὶ θὰ σοῦ δώσουν!» 

Ὁ Ἀρριανὸς πλησίασε καὶ ζήτησε νὰ ἐξακριβώσει ὁ ἴδιος  ἄν τὸ νερὸ ἦταν καυτό. Ἡ Μαύρα τὸν περιέβρεξε καὶ οὐρλιάζοντας ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ ἔπαρχος εἶδε τὸ δέρμα του νὰ ἀποκολλᾶται ἀπὸ τὸ ἔγκαυμα. Διέταξε τότε νὰ κάψουν τὴν ἁγία μὲ δαυλιὰ ἀλειμμένα μὲ πίσσα καὶ θειάφι. Ἡ Μαύρα, ὡστόσο, παρέμεινε καὶ πάλι σώα καὶ ἐνέπαιζε τοὺς διώκτες της. 

Ὁ Ἀρριανός, τότε, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κρεμάσουν τοὺς δύο συζύγους σὲ ἀντικριστοὺς σταυροὺς καὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ ἀργοπεθάνουν. Ἔτσι παρέμειναν σταυρωμένοι, καθ' ὁμοίωσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ ἐννέα ἡμέρες, ἐνθαρρύνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο νὰ δείξει καρτερία.

   Λυσσώντας μπροστὰ στὸ θέαμα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνοικοῦσε ἐντός τους διὰ τῆς πίστεως, ὁ διάβολος ἔλαβε ἀνθρώπινη μορφὴ καὶ προσέφερε στὴν Μαύρα μιὰ κούπα γάλα ἀναμεμειγμένο μὲ μέλι γιὰ νὰ σβήσει τὴ δίψα της. 

Ἡ ἁγία, ὅμως, τὸν ἀπέκρουσε διὰ τῆς προσευχῆς. Κατόπιν, τὴν μετέφερε ἐν φαντασίᾳ σὲ τόπο τρυφῆς, κοντὰ σὲ ἕναν ποταμὸ ὅπου ἔρρεε γάλα. Ἐκείνη τότε θωρακίσθηκε μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση γιὰ νὰ ἀποκρούσει ἄλλη μιὰ φορὰ τὶς δόλιες αὐτὲς προτάσεις καὶ δήλωσε πὼς προτιμοῦσε νὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιον ποτήριον τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ ὁ Χριστὸς τῆς προσέφερε στὸν σταυρό. 



Ὁ δαίμων ἀπομακρύνθηκε κι ἕνας ἄγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε τότε, πῆρε τὴν Μαύρα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἀπάγοντάς την ἐν ὀπτασίᾳ στὸν οὐρανὸ τῆς ἔδειξε λαμπρὸ θρόνο, ὅπου εἶχαν ἀποτεθεῖ ἐσθήτα ἀπαστράπτουσας λευκότητος καὶ χρυσὸς στέφανος. Τῆς εἶπε: «Γιὰ σὲνα ἔχουν ἑτοιμασθεῖ αὐτά». 

Κατόπιν τὴν μετέφερε σὲ ἕναν ἀκόμη ὑψηλότερο τόπο, ὅπου βρισκοταν ἄλλος θρόνος, ἄλλη λευκὴ ἐσθήτα κι ἄλλος στέφανος καὶ πρόσθεσε: «Αὐτὰ ἔχουν ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν σύζυγό σου, γιατὶ αὐτὸς στάθηκε ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας σου». 

Ἐπανερχόμενη στὸν ἑαυτό της, ἡ Μαύρα μετέφερε στὸν Τιμόθεο τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ καὶ τὴν δέκατη ἡμέρα, παρέδωσαν μὲ ἀγαλλίαση ἀπό κοινοῦ τὴν ψυχή τους στὸν Κύριο.

Εὐσεβεῖς χριστιανοὶ ἐξαγόρασαν τὰ σώματά τους καὶ τὰ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς δοξολογώντας τὸν Θεό, ποὺ εἶχε δοξάσει τοὺς ἅγιους αὐτοὺς μάρτυρες. Πλῆθος ἰάσεων πραγματοποιήθηκαν κατόπιν, ὄχι μόνο κοντὰ στὰ λείψανα τους, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὄφελος πιστῶν ποὺ ἀσπάζονταν τὴν εἰκόνα τους ἢ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τῶν ἁγίων συζύγων. 

Ἱερομόναχος Μακάριος Σιμωνοπετρίτης 

Πηγή: Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἱερομόναχος Μακάριος Σιμωνοπετρίτης, Ἵνδικτος,  Τόμος 9ος, σελ. 35-37.

Δεν υπάρχουν σχόλια: