Ὤρα πολέμου
Τὴν μαύρη ὥρα τοῦ
πολέμου/ οἱ κραυγὲς τῶν ψυχῶν ἠχοῦν·
μὲς τὴν σιωπὴ τῆς
στάχτης/ πτώματα, αἶμα ἀθώων κυλοῦν.
Ὁ οὐρανὸς μαῦρος,
συννέφιασε·/ ἄστραψε, ξέσπασε καταιγίδα.
Κλαῖνε οἱ ἄνθρωποι,
κλαίει ὁ οὐρανὸς,/ ἔσπασε τῆς εἰρήνης
ἡ πυξίδα.
Γλεντοῦν, γελᾶνε
ἄθεοι ὑλιστὲς/ ἐνῶ χῆρες κι ὀρφανὰ
ἀπολογισμός.
Δεξιώσεις γιὰ
φιλανθρωπικοὺς σκοποὺς/ κι ἀπ' τὴν
κακία τοῦ πολέμου «ὁ σεισμός».
Φτώχεια καὶ πεῖνα,
θάνατος, ἀρρώστιες/ κυνηγοῦν τοὺς
ἄοπλους αἰχμαλώτους.
Γκρεμισμένες γέφυρες,
σπίτια ὄνειρα·/ μαρτύριο νέο γιὰ ἤρωες
πρώτους.
Ὤρα πολέμου, ἐσὺ
γεννήθηκες/ ἀπὸ τοῦ Κάϊν τὸ μίσος στὸ
μυαλό,
ποὺ σκότωσε τὸν
ἀδελφό του, Ἄβελ./ Ἡ ἱστορία ἐπαληθεύεται
ἐδῶ.
Ὥρα πολέμου ποὺ δὲν
ἄφησες λαὸ/ νὰ ἠρεμήσει στῆς εἰρήνης
τὴν ἀγκάλη.
Μὰ ἥρωες στέφθηκαν
δοξαστικῶς,/ ἀπ' τὸν Πατέρα, μὲ ἀμάραντο
στεφάνι.
Ὁ πόλεμος, αἰώνιος
ἐχθρὸς,/ ἀνήκει στοῦ πονηροῦ τὴν
δράση.
Τὴν εἰρήνη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος,/ ἀναζητοῦμε ὅλοι μας στὴν
πλάση.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς
ὑλιστὲς ποὺ ζητοῦν/ νέα ἐδάφη καὶ
διψοῦν γιὰ αἷμα.
Ὅμως, ὅλοι αὐτοὶ θὰ
τιμωρηθοῦν/ ἀπ' τοῦ Θεοῦ, τὸ οὐράνιο
τὸ βλέμμα.
Κι ἂν ξαναρθεῖ ποτὲ
ἡ ὥρα τοῦ πολέμου,
τίποτε ἀδελφέ μου μὴν φοβηθεῖς.
τίποτε ἀδελφέ μου μὴν φοβηθεῖς.
Γιατὶ ὁ Χριστός μας
νίκησε τὸν κόσμο
ἀρκεῖ ποτέ, νὰ μὴν Τὸν ἀρνηθεῖς.
ἀρκεῖ ποτέ, νὰ μὴν Τὸν ἀρνηθεῖς.
Μαρία Π.Μ. πρεσβυτέρα
Μ. Τεσσαρακοστὴ 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου