2 Καὶ τότε κατέφθασε λόγος Κυρίου πρὸς τὸν Ἠλίαν, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:
3 «Φύγε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πήγαινε πρὸς ἀνατολὰς καὶ κρύψου κοντὰ εἰς τὸν ξεροπόταμον Χορράθ, ὁ ὁποῖος εὐρίσκεται εἰς τὰ ἀνατολικὰ τοῦ Ἰορδάνη·
4 εὐρισκόμενος ἐκεῖ θὰ πίνῃς νερὸ ἀπὸ τὸν ξεροπόταμον, ἐγὼ δὲ θὰ διατάξω τὰ κοράκια νὰ σὲ διατρέφουν ἐκεῖ».
5 Ὁ Ἠλίας ἔκαμεν ὅπως ἀκριβῶς τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος· ἐπῆγε καὶ ἔμεινε κοντὰ εἰς τὸν ξεροπόταμον Χορράθ, ὁ ὁποῖος εὐρίσκεται εἰς τὰ ἀνατολικὰ τοῦ Ἰορδάνη.
6 Καὶ τὰ κοράκια τοῦ ἔφερναν τὸ πρωΐ ψωμί, τὸ δὲ δειλινὸν κρέας· καὶ ἔπινε νερὸν ἀπὸ τὸν ξεροπόταμον Χορράθ.
7 Συνέβη ὅμως ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν νὰ ξεραθῇ ὁ ξεροπόταμος Χορράθ, διότι δὲν ἔβρεξε καὶ ὑπήρχε (συνεχίζετο ἡ) ἀνομβρία εἰς τὴν χώραν.
8 Καὶ τότε κατέφθασε νέος λόγος Κυρίου πρὸς τὸν Ἠλίαν, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:
9 «Σήκω καὶ πήγαινε εἰς τὴν πόλιν Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. Νά· ἔδωκα ἐντολὴν εἰς μίαν γυναῖκα χήραν, ποὺ κατοικεῖ ἐκεῖ, νὰ σὲ διατρέφῃ».
10 Ὁ Ἠλίας ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς Σαρεπτὰ καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως· καὶ νά, εὐρίσκετο ἐκεῖ μία γυναῖκα χήρα, ποὺ ἐμάζευε ξύλα. Τότε ὁ Ἠλίας τῆς ἐφώναζε καὶ τῆς εἶπε: «Φέρε μου, σὲ παρακαλῶ, λίγο νερὸ σὲ ἕνα δοχεῖο διὰ νὰ πιῶ».
11 Ἐνῷ ἐκείνη ἐπήγε νὰ τοῦ φέρει τὸ νερό, ὁ Ἠλίας τῆς ἐφώναξε πάλιν: «Φέρε μου, σὲ παρακαλῶ, ἕνα κομμάτι ψωμί, ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ κρατεῖς εἰς τὸ χέρι σου».
12 Καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ εἶπεν: «Εἰς τὸ ὀνομα τοῦ Κυρίου, τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ σου, σὲ διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχω καθόλου ψωμί, παρὰ μόνον μία χούφτα ἀλεῦρι εἰς τὸ σταμνί (μικρό πυθάρι) καὶ λίγο λάδι εἰς τὸ δοχεῖον μου τοῦ λαδιοῦ. Καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου, νά· θὰ μαζεύσω δυὸ ξυλαράκια καὶ ἔπειτα θὰ πάω εἰς τὸ σπίτι μου, ὥστε νὰ τὸ ζυμώσω καὶ νὰ ψήσω λαγάνα διὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ διὰ τὰ παιδιά μου. Καὶ ὅταν τὸ φάγωμεν, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ τελευταῖα τρόφιμα ποὺ ἔχω, κατόπιν, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχωμεν τίποτε ἄλλο, θὰ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν»!
13 Ὁ Ἠλίας τῆς εἶπεν: «Ἔχε θάρρος· μὴ ἀπελπίζεσαι· πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου καὶ κάμε, ὅπως εἶπες. Ἀλλὰ ζύμωσε καὶ ψῆσε μου ἀπὸ τὰ ὑλικά, πού ἔχεις, μιὰ μικρὴ λαγάνα καὶ φέρε την πρῶτα εἰς ἐμέ· διὰ τὸν ἑαυτόν σου δὲ καὶ διὰ τὰ παιδιά σου θὰ ἑτοιμάσῃς κατόπιν ἀπὸ ὅ,τι θὰ μείνῃ.
14 Διότι αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Τὸ ἀλεύρι τοῦ σταμνιοῦ (μικροῦ πυθαριοῦ) δὲν θὰ ἐξανληθῇ καὶ τὸ δοχεῖον τοῦ λαδιοῦ δὲν θὰ ὀλιγοστεύσῃ μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος θὰ στείλῃ βροχὴν εἰς τὴν γῆν»».
15 Ἡ γυναῖκα ἐπῆγε καὶ ἔκαμεν, ὅπως ἀκριβῶς τῆς εἶπεν ὁ Προφήτης. Καὶ ἀπὸ τὴν θαυματουργικὴν ἐκείνην τροφὴν ἔτρωγεν αὐτὴ καὶ αὐτὸς (ὁ Ἠλίας) καὶ τὰ παιδιά της.
16 Τὸ σταμνὶ τοῦ ἀλευριοῦ δὲν ἐξηντλήθη, οὔτε καὶ τὸ δοχεῖον τοῦ λαδιοῦ ὡλιγόστευσε, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου Ἠλία.
Βασιλειῶν γ' κεφ. ιζ' 2-16
Πηγή: Παλαιά Διαθήκη, Τόμος 6ος, σελ. 240
Ἑρμηνεία Ν.Π. Βασιλειάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου